Φεστιβάλ Εθελοντισμού 2017 "Voluntary Action"

ΧΟΡΗΓΟΣ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑΣ ΤΟΥ

Πέμπτη, 15 Ιουνίου 2017

Σεισμικός Κίνδυνος και Θωράκιση των Κοινοτήτων

 Ασπασία Καραμάνου, Πολιτικός Μηχανικός Ph.D, προϊσταμένη Πολιτικής Προστασίας ΠΕ ΚΤ, Περιφέρειας Αττικής
Γεώργιος Φουντάς, Εντεταλμένος Σύμβουλος Πολιτικής Προστασίας, Περιφέρειας Αττικής

Στο παρόν άρθρο μελετάται ο σεισμικός κίνδυνος, ως απόρροια της ανθρώπινης παραγωγικής δραστηριότητας και της οικιστικής ανάπτυξης, μέσα από πολλαπλές σκοπιές και κανόνες δικαίου που θεσπίζονται με στόχο τη θωράκιση των κοινοτήτων.

Η Ελλάδα συγκεντρώνει περίπου το 2% της παγκόσμιας και το 50% της Ευρωπαϊκής ελκυόμενης σεισμικής ενέργειας. Αυτό συμβαίνει γιατί βρίσκεται στην περιοχή του πλανήτη όπου συγκλίνει η Ευραστιατική με την Αφρικανική λιθοσφαιρική πλάκα. Το μεγαλύτερο ποσοστό των σεισμών (περίπου τα ¾) γίνονται στο θαλάσσιο χώρο ή σε βάθος αρκετών χιλιομέτρων, γεγονός που μειώνει τη διακινδύνευση τους.
Η έντονη αστικοποίηση και η οικοδόμηση αρκετών περιοχών της χώρας σε μικρό σχετικά χρονικό διάστημα, με μια ποικιλία πολεοδομικών παρεμβάσεων και ανεπαρκή χωροτακτικό σχεδιασμό (άναρχη και συχνά αυθαίρετη δόμηση, κακής ποιότητας κατασκευές, υψηλούς συντελεστές δόμησης και μεγάλες πυκνότητες, επεκτάσεις πόλεων χωρίς την εξασφάλιση των αναγκαίων έργων υποδομής κτλ), αποτελούν αναμφίβολα τις βασικές αιτίες αύξησης της διακινδύνευσης του σεισμικού κινδύνου. Ο συνωστισμός στα αστικά κέντρα και η μεγάλη ζήτηση οικοπέδων δεν δίνει μεγάλα περιθώρια επιλογής ώστε η οικοδόμηση να μη γίνεται σε περιοχές αυξημένης επικινδυνότητας (πχ σαθρά και χαλαρά εδάφη, εγγύτητα με σεισμικά ρήγματα κτλ). Βάλτοι, μπαζωμένα ρέματα μετατράπηκαν σε οικοδομήσιμα οικόπεδα. Οι κοινωνικές πιέσεις για μεγαλύτερους συντελεστές δόμησης και υψηλότερα κτίρια αυξάνονται διαρκώς. Οι υφιστάμενες χρήσεις γης που επιτρέπουν τη γειτνίαση χώρων κατοικίας με χώρους άλλων επικίνδυνων δραστηριοτήτων (βενζινάδικα, εμπορία υγραερίων, βιομηχανιών πετρελαίου κτλ) αυξάνουν τις επιπτώσεις του σεισμικού κινδύνου με δευτερογενείς κινδύνους όπως αστικές πυρκαγιές, βιομηχανικά ατυχήματα κτλ.   
Επιπλέον, ο τρόπος με τον οποίο είναι πολεοδομικά και χωροτακτικά δομημένος ο αστικός χώρος κατ΄ουσία εμποδίζει και την αποτελεσματική απόκριση σε μια κατάσταση έκτακτης ανάγκης. Τεράστιες δυσκολίες απαντώνται στη χάραξη του οδικού και πεζοδρομιακού δικτύου για την ασφαλή εκτόνωση του πληθυσμού. Οι ελεύθεροι χώροι που μπορούν να χρησιμοποιηθούν για τον καταυλισμό του πληθυσμού ή ως χώροι παροχής βοήθειας για τους πληγέντες, είναι εξαιρετικά περιορισμένοι. Η χωροθέτηση και ο καθορισμός άλλων κρίσιμων λειτουργιών (πχ νοσοκομειακές μονάδες ή/και γραμμές ζωής) που κατά τη διάρκεια μιας έκτακτης κατάστασης ανάγκης, υπερφορτίζονται εξαιτίας των υφιστάμενων κατασκευαστικών και πληθυσμιακών πυκνοτήτων, αποκτά ιδιαίτερη σημασία.
Σήμερα, ως βασικές συνιστώσες της αντισεισμικής πολιτικής θεωρούνται κυρίως ο Ελληνικός Αντισεισμικός Κανονισμός/ΕΑΚ και οι Μελέτες Γεωλογικής Καταλληλότητας/ΜΓΚ, τα οποία αποτελούν τα θεσμοθετημένα μέτρα πρόληψης του σεισμικού κινδύνου.

Οι μελέτες γεωλογικής καταλληλότητας θεσμοθετήθηκαν μετά από πρόταση που κατέθεσε το Γεωτεχνικό Επιμελητήριο η οποία έγινε αποδεκτή από την κρατική εξουσία με την Υπουργική Απόφαση «Έγκριση προδιαγραφών για την εκπόνηση μελετών γεωλογικής καταλληλότητας στις προς πολεοδόμηση περιοχές» (Υ.Α. 16374/3696/1998 του ΥΠΕΧΩΔΕ, ΦΕΚ 723Β), στα πλαίσια του οικιστικού Νόμου (2508/1997, άρθρο 1 παρ.8). Εκπονούνται υποχρεωτικά με τις πολεοδομικές μελέτες σε περιοχές 1ης και 2ης κατοικίας, σε οικισμούς κάτω των 2000 κατοίκων, σε περιπτώσεις αναθεώρησης των σχεδίων πόλεων και οικισμών, ανάπλασης πόλεων και περιοχών, ειδικών πολεοδομικών χρήσεων, οικοδομικών συνεταιρισμών και ζωνών ολοκληρωμένης τουριστικής ανάπτυξης.
Με τον Ελληνικό Αντισεισμικό Κανονισμό  (ΦΕΚ 2184/Β/1999 όπως τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε με τα ΦΕΚ 781/Β/2003, ΦΕΚ 1153Β/2003, ΦΕΚ 1151Β/2003, ΦΕΚ 781/2003, ΦΕΚ  270/2010) η διαδικασία δόμησης εντάσσεται σε κάποιο πλαίσιο σύμφωνα με κάποιες προδιαγραφές. Η αποδεκτή πιθανότητα αστοχίας των κατασκευών έναντι σεισμικού κινδύνου που ορίζεται στον αντισεισμικό κανονισμό είναι 10% (για χρόνο ζωής της κατασκευής τα 50 έτη). Με τον τρόπο αυτόν γίνεται μία προσπάθεια καθορισμού ενός ανώτατου ορίου αναμενόμενων βλαβών.

Πιο συγκεκριμένα οι στόχοι του αντισεισμικού σχεδιασμού για μία δομική κατασκευή είναι:
·         Η πιθανότητα κατάρρευσης της κατασκευής ή τμημάτων της να είναι επαρκώς μικρή και να συνδυάζεται με τη διατήρηση της ακεραιότητας και της επαρκούς εναπομένουσας αντοχής μετά της λήξη της σεισμικής ακολουθίας.
·         Οι βλάβες σε στοιχεία του φέροντος οργανισμού από το σεισμό σχεδιασμού να είναι περιορισμένες και επιδιορθώσιμες, ενώ οι βλάβες για σεισμό μικρότερης έντασης και με μεγαλύτερη πιθανότητα εμφάνισης να ελαχιστοποιούνται.
·         Να διασφαλίζεται μία ελάχιστη στάθμη λειτουργιών της κατασκευή, ανάλογα με τη χρήση και τη σημασία της, όταν αυτή πληγεί από σεισμό.
Με βάση τους ανωτέρω στόχους επιτρέπεται σε μία κατασκευή να παραμορφωθεί στην πλαστική περιοχή κατά τη διάρκεια ενός ισχυρού σεισμού, γιατί δεν θα ήταν ορθολογικό για συνήθεις κατασκευές και για σπάνιες περιπτώσεις ενός ισχυρού σεισμού να επιβαρυνθεί η κατασκευή με ιδιαίτερο κόστος ώστε να εξασφαλισθεί η ελαστική συμπεριφορά.
Οι απαιτήσεις του Αντισεισμικού Κανονισμού προκειμένου να επιτευχθούν οι στόχοι του, αναφέρονται στην επικινδυνότητα:
α) Της περιοχής: Ο Ελληνικός χώρος έχει χωριστεί σε 3 ζώνες (από χαμηλή μέχρι υψηλή) διαφορετικής αναμενόμενης εδαφικής επιτάχυνσης σαν συνάρτηση του μέσου χρόνου επανάληψης και της έντασης  ενός μελλοντικού σεισμού (αριθμός σεισμών στο χώρο και στο χρόνο).
β) Του εδάφους: Τα Ελληνικά εδάφη χωρίζονται σε 5 κατηγορίες ανάλογα την επικινδυνότητά τους από μικρή μέχρι εξαιρετική.
Η ισχύς του Αντισεισμικού Κανονισμού άρχεται από το 1959 (ΒΔ ’59) μετά τον καταστρεπτικό σεισμό το 1953 στο Ιόνιο, που «κατάστρεψε» την Κεφαλονιά και τη Ζάκυνθο. Για τη διαστασιολόγηση του οπλισμένου σκυροδέματος δεν περιλάμβανε διατάξεις για κατασκευαστική διαμόρφωση και λεπτομέρειες όπλισης μελών με στόχο την τοπική πλαστιμότητα. Προερχόμενος από τον αντίστοιχο Γερμανικό Κανονισμό, ήταν προσανατολισμένος σχεδόν αποκλειστικά στην ανάληψη στατικών κατακόρυφων φορτίων και ανεμοπιέσεων με αποτέλεσμα τα κτίρια που κατασκευάζονται να μη διαθέτουν τα αναγκαία χαρακτηριστικά για την ανάληψη των δυναμικών σεισμικών δράσεων.
Το 1984 μετά τον σεισμό των Αλκυονίδων και με πρόταση του ΟΑΣΠ αναθεωρήθηκε ο αντισεισμικός κανονισμός που ίσχυε επί 25 με την προσθήκη νέων διατάξεων που τον καθιστούσαν πολύ περισσότερο αυστηρό και αποτελεσματικό.
Το 1995 μετά τους σεισμούς της Κοζάνης, των Γρεβενών και του Αιγίου, καταδείχθηκε ότι οι περιοχές που θεωρούνταν ως πολύ χαμηλής επικινδυνότητας μπορούν να εμφανίσουν ισχυρούς σεισμούς, ξαφνιάζοντας ακόμη και την επιστημονική κοινότητα. Τα υφιστάμενα δεδομένα πχ καταγραφή ενεργών σεισμικών ρηγμάτων, ιστορικό μιας περιοχής κτλ, αποδείχθηκε ότι δεν επαρκούσαν προκειμένου να μπορεί με ακρίβεια μια περιοχή να θεωρηθεί ως ασφαλής. Έτσι την ίδια χρονιά τέθηκε σε εφαρμογή ο Νέος Αντισεισμικός Κανονισμός/ΝΕΑΚ, ο οποίος είχε εγκριθεί από το 1992 αλλά δεν εφαρμοζόταν (Δ17α/08/32/Φ.Ν.273/12-10-1992, ΦΕΚ 613Β) και με τον οποίο επιχειρήθηκε η εκ βάθρων αλλαγή στον τρόπο αντιμετώπισης των κατασκευών.
Ο ισχυρός σεισμός του 1999 στην Αθήνα, οδήγησε και σε νέα αναθεώρηση τον αντισεισμικό κανονισμό (το 2003), όπου μειώθηκαν οι ζώνες της σεισμικής επικινδυνότητας στη χώρα μας. Όπως αναφέρει ο καθηγητής σεισμολογίας του ΕΜΠ, Κ. Μακρόπουλος «Ουσιαστικά καταργήθηκε η πρώτη ζώνη που ήταν η α-σεισμική ζώνη αφού αποδείχθηκε ότι τελικά α-σεισμικές περιοχές στη χώρα μας δεν υπάρχουν»

Ο Ελληνικός Αντισεισμικός Κανονισμός - με το σημερινό επίπεδο κατανόησης του φαινομένου που δεν περνάει μέσα από την πρόγνωση των σεισμών[1] - εξελίχθηκε και αναθεωρήθηκε με βάση της πείρα που αποκομίσθηκε από πρότερους σεισμούς στα πλαίσια της εποικοδομητικής καταστροφής και εκφράζει την πολιτική βούληση για ένα αποδεκτό επίπεδο της τιμής της διακινδύνευσης και όχι την πλήρη ασφάλεια των κατασκευών. (Η σύνταξη των κανονισμών είναι θέμα διεπιστημονικό, η νομική όμως ισχύς τους είναι θέμα πολιτικής απόφασης). Ωστόσο, η εφαρμογή του συνεχίζει ακόμη να δέχεται οξύτατες επικρίσεις  σε σχέση με το εύρος του (πχ δεν υπάρχει αντισεισμικός κανονισμός για τα παράκτια έργα) και τις παραδοχές τις οποίες εισάγει.
Σύμφωνα με τον καθηγητή του ΕΜΠ Παν. Καρύδη, ο Αντισεισμικός Κανονισμός αποτελεί ένα πολύ άκαμπτο σύστημα με φοβερές λεπτομέρειες και υπερ-εξειδικεύσεις. Είναι τόσο προσδιοριστικός που δημιουργεί ένα μονόδρομο αποκλείοντας κάθε άλλη επιστημονική επιλογή. Οι κανονισμοί πρέπει να είναι εύκαμπτοι προκειμένου να μπορούν να συμπεριλάβουν τα αποτελέσματα νέων ερευνών ή αντιλήψεων. Ωστόσο η εμπειρία έχει δείξει ότι τα οφέλη είναι αμφίβολα σε σχέση με το κόστος των κατασκευών και την αποτελεσματικότητά του κατά τη διάρκεια ενός σεισμικού κινδύνου.
Σοβαροί επιστημονικοί προβληματισμοί εγείρονται και για την ασφάλεια της πλειοψηφίας των υφιστάμενων κτιρίων. Είτε γιατί οικοδομήθηκαν με παλαιότερες διατάξεις του πολεοδομικού δίκαιου, με ελλιπή ή ακόμη και ανύπαρκτη αντισεισμική προστασία.
Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις του Τεχνικού Επιμελητηρίου Ελλάδος τα παλαιά (προ του 1985) κτίρια αποτελούν το 75% των ιδιωτικών κτιρίων, το 65% των δημοσίων κτιρίων και το 55% των σχολείων. Μεγάλο μέρος των σεισμικά απροστάτευτων κτιρίων αποτελούν οι αυθαίρετες κατασκευές και μάλιστα πολλές εξ’ αυτών έχουν ήδη νομιμοποιηθεί με πολιτικές αποφάσεις έναντι ενός μικρού οικονομικού τιμήματος (λογική καθαρά εισπρακτικού χαρακτήρα των δημόσιων εσόδων, η οποία συνεχίζεται ακόμη και στις μέρες μας).
Οι κατασκευαστικές ατέλειες ή οι αυθαίρετες παρεμβάσεις τροφοδοτούνται από την προβληματική κατάσταση των ελεγκτικών μηχανισμών στη χώρα μας. Για παράδειγμα, οι Πολεοδομικές Υπηρεσίες υποχρεούνται τουλάχιστον μια φορά κατά το στάδιο της ανέγερσης και αποπεράτωσης της κατασκευής να διενεργούν αυτοψία, να επισημαίνουν οποιεσδήποτε παραλείψεις και σφάλματα και να διατάσουν τη λήψη κατάλληλων μέτρων προς επανόρθωσή τους. Στον ΕΚΩΣ 2000 παρ 22.2 και στον Κτιριοδομικό Κανονισμό άρθρο 5 προβλέπεται η τακτική επιθεώρηση των κατοικιών, χωρίς όμως να ορίζονται συγκεκριμένες προδιαγραφές για αυτούς του ελέγχους και οι οποίοι τελικά δεν διενεργούνται.
Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση της κατάρρευσης της «Ρικομέξ» στο σεισμό στην Αττική το 1999 όπου το Συμβούλιο Επικρατείας (ΣτΕ, Τμ.Β, 1703/2010) έκρινε ότι οι Πολεοδομικές Υπηρεσίες είχαν αυτοτελή ευθύνη, πέραν των μελετητών μηχανικών ιδιωτών, να διενεργήσουν προληπτικό και κατασταλτικό έλεγχο.
Έτσι, συμπληρωματικά με τον Αντισεισμικό Κανονισμό έλαβαν χώρα και μια σειρά άλλων πρωτοβουλιών με στόχο την πληρέστερη αντισεισμική προστασία.
Για την υποστήριξη της λήψης των αποφάσεων αναφορικά με την ενίσχυση του υφιστάμενου κτιριακού αποθέματος, το Τεχνικό Επιμελητήριο Ελλάδος/ΤΕΕ παρουσίασε το «Εθνικό Πρόγραμμα Αντισεισμικής Ενίσχυσης Υφιστάμενων Κατασκευών/ ΕΠΑΝΤΥΚ». Με στόχο τον έλεγχο και την ενίσχυση των κτιρίων, χαρτογράφησε σε όλη την χώρα τη διακινδύνευση του δομημένου περιβάλλοντος έναντι του σεισμικού κινδύνου, συσχετίζοντας τη με διάφορες παραμέτρους όπως: τα υλικά, το ύψος και την ηλικία των κτισμάτων, την κατηγορία του εδάφους, τη σεισμικότητα κτλ.
H δράση του Εθνικού Προγράμματος Αντισεισμικής Ενίσχυσης των Υφιστάμενων Κατασκευών/ΕΠΑΝΤΥΚ αναφέρεται σε τρεις φάσεις.
Η πρώτη φάση, με αντικείμενο την διαμόρφωση των θέσεων του ΤΕΕ στο πρόβλημα αυτό, ξεκίνησε το 1996, όπου συγκροτήθηκε η σχετική εισηγητική ομάδα εργασίας με επιστημονικό υπεύθυνο τον καθηγητή του ΕΜΠ κ. Τάσιο και άρχισε να υλοποιείται μετά τον σεισμό της Αθήνας το 1999, οπότε το θέμα κατέστη εξαιρετικά επίκαιρο.
Στην δεύτερη φάση απογράφηκε ο δομικός πλούτος της χώρας με τη συμβολή της Εθνικής Στατιστικής Υπηρεσίας (στοιχεία απογραφής κτιρίων του έτους 2000), εκτιμήθηκε η τρωτότητα και η διακινδύνευση των υφιστάμενων κτιρίων κάνοντας χρήση των έτοιμων μητρώων πιθανότητας-βλάβης από εργασίες που είχαν ήδη εκπονηθεί από άλλους φορείς (ΙΤΣΑΚ, ΑΠΘ, ερευνητικό πρόγραμμα ΑΡΙΣΤΙΩΝ). Η δεύτερη φάση ολοκληρώθηκε το 2005 και τα στοιχεία που καταγράφηκαν καθώς και τα σχετικά συμπεράσματα που εξήχθησαν (πλήρεις πολεοδομικοί χάρτες με πληροφορίες ακόμη και σε επίπεδο οικοδομικού τετραγώνου με τα κρίσιμα χαρακτηριστικά οποιουδήποτε κτιρίου, δείκτες σεισμικής διακινδύνευσης κτλ) αποστάλθηκαν μέσω του Υπ. Εσωτερικών στους Δήμους όλης της χώρας (με τη μορφή ενός λογισμικού συστήματος GIS) προκειμένου να αξιοποιηθούν και να ληφθούν τα κατάλληλα μέτρα προσεισμικής ενίσχυσης.
Η τρίτη φάση που δεν έχει ακόμη ολοκληρωθεί περιλαμβάνει την υλοποίηση προτάσεων σχετικές με την Εθνική Πολιτική Αντισεισμικής Ενίσχυσης των υφιστάμενων κατασκευών, την οργάνωση τράπεζας εδαφοτεχνικών δεδομένων κτλ.
Στα πλαίσια του προγράμματος μελετήθηκαν και διάφορα άλλα επαγγελματικά και νομικά θέματα που σχετίζονται με την αντισεισμική ενίσχυση των κατασκευών (πχ εκπόνηση μελετών, υποχρεώσεις και κίνητρα ενισχύσεων, συντήρηση φέροντος οργανισμού, αμοιβές μελετών επεμβάσεων, αναγκαίες τροποποιήσεις του Γενικού Οικοδομικού Κανονισμού κτλ). Τα ζητήματα αυτά συζητήθηκαν ευρέως στις πολλές και διαφορετικές διαστάσεις τους.
Το ΕΠΑΝΤΥΚ χρηματοδοτήθηκε στην πρώτη φάση του από το Τεχνικό Επιμελητήριο Ελλάδος και κατόπιν από το πρόγραμμα ΘΗΣΕΑΣ του Υπουργείου Εσωτερικών (με σύμβαση που υπεγράφη το 2006 μεταξύ του ΤΕΕ, Κεντρικής Ένωσης Δήμων και Κοινοτήτων/ΚΕΔΚΕ και Υπ. Εσωτερικών).
Λίγα χρόνια αργότερα, το 2001, το ΥΠΕΧΩΔΕ έθεσε σε εφαρμογή (μέσω του ΟΑΣΠ) το πρόγραμμα «Προσεισμικού Ελέγχου Κτιρίων Δημόσιας και Κοινωφελούς Χρήσης» με σκοπό την αποτίμηση της σεισμικής τους ικανότητας και την ενίσχυσή τους. Ο έλεγχος διενεργείται σε επίπεδο Νομού από τους φορείς που έχουν την ευθύνη λειτουργίας και ασφάλειας των κτιρίων Δημόσιας ή Κοινωφελούς Χρήσης (δηλαδή μέσω των τεχνικών υπηρεσιών των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης) προκειμένου να αξιολογηθούν και να καταταχθούν με σειρά προτεραιότητας.
Το θέμα του προσεισμικού ελέγχου στα κτίρια της Δημόσιας και Κοινωφελούς χρήσης κτιρίων ετέθη το 1997 με την εγκύκλιο 53 του ΥΠΕΧΩΔΕ με θέμα: «Σχεδιασμός έκτακτης ανάγκης για κοινωφελή κτίρια σε επίπεδο Νομού»
Προτεραιότητα δίνεται σε ειδικά κτίρια, όπως: τα δημόσια κτίρια (πχ σχολικά κτίρια, νοσοκομεία), ιδιωτικά κτίρια αυξημένης συνάθροισης του πληθυσμού (πχ κέντρα διασκέδασης), βιομηχανικές μονάδες, διατηρητέα κτίρια. Ο έλεγχος προβλέπεται να γίνει σε τρία στάδια:
Τον Πρωτοβάθμιο προσεισμικό έλεγχο, για την πρώτη καταγραφή και ταχεία εκτίμηση της σεισμικής ικανότητας των κτιρίων δημόσιας και κοινωφελούς χρήσης.
Το Δευτεροβάθμιο προσεισμικό έλεγχο για την προσεγγιστική αποτίμηση της σεισμικής ικανότητας με βάση αναλυτικότερους υπολογισμούς και έλεγχο της ποιότητας των υλικών, για όσα κτίρια προκύψει ανεπαρκής σεισμική ικανότητα με βάση τα αποτελέσματα του πρωτοβάθμιου ελέγχου.
Την αναλυτική αποτίμηση της σεισμικής ικανότητας και (ενδεχομένως) σύνταξη μελέτης αποκατάστασης - ενίσχυσης για όσα κτίρια προκύψει τοπική ή γενική σεισμική ανεπάρκεια από προηγούμενο στάδιο.
Σύμφωνα με τα στοιχεία του ΟΑΣΠ μέχρι σήμερα έχει γίνει ο Ταχύς Οπτικός Έλεγχος σε ελάχιστα κτίρια (περίπου 7.000  δημόσια κτίρια από τα 80.000). Το 30% εξ’ αυτών χρειάζονται άμεσες επεμβάσεις, μόλις το 25% είναι γενικά σε καλή κατάσταση και αρκετά χρήζουν δευτεροβάθμιου ελέγχου, οι κατευθυντήριες οδηγίες του οποίου δεν έχουν εκδοθεί ακόμη. 
Επίσης, πολλές από τις καρτέλες που στάλθηκαν στους Δήμους για να συμπληρωθούν ως προς τα στοιχεία των κτιρίων που ελέχθησαν δεν είναι αξιοποιήσιμες, γιατί δεν έχουν συμπληρωθεί σωστά ή έχουν ελλιπή στοιχεία. Οι ίδιοι δήμοι τώρα καλούνται να αξιοποιήσουν και τα στοιχεία που τους στάλθηκαν από το ΕΠΑΝΤΥΚ.
Σύμφωνα με την άποψη του καθηγητή του ΕΜΠ Καρύδη, το θέμα των προσεισμικών ενισχύσεων των κατασκευών είναι μια μεγάλη παρεξήγηση. Με τον τρόπο που χτίζονταν τα παλιά κτίρια συμμετείχαν στην αντισεισμική συμπεριφορά του κτιρίου, όχι μόνο ο φέρων οργανισμός αλλά και ο μη φέρων (πχ τοιχοποιία, δεν υπήρχαν μεγάλα ανοίγματα κτλ) και συνεπώς η ευαλώτητα των παλαιών κτιρίων, είναι μηδενική, υπό όρους (σωστή συντήρηση, όχι μετέπειτα επεμβάσεις, όχι ύπαρξη πιλοτών, σεισμοί ενδιάμεσοι και όχι γειτονικοί κτλ).

Άλλο ένα προληπτικό μέτρο προστασίας που ευρέως προτάθηκε από την επιστημονική κοινότητα ή/και εξαγγέλθηκε από πολιτικούς ιθύνοντες για τον σεισμικό κίνδυνο (και όχι μόνο) αλλά δεν έχει, επίσης, «προχωρήσει», είναι η εκπόνηση Μικροζωνικών Μελετών.
Οι μικροζωνικές μελέτες συζητήθηκαν πάρα πολύ μετά το καταστροφικό σεισμό του 1999. Έχουν ως στόχο τον προσδιορισμό του σεισμικού κινδύνου μιας περιοχής λαμβάνοντας υπόψη τόσο το σεισμικό καθεστώς όσο και τις τοπικές γεωλογικές και εδαφοτεχνικές συνθήκες. Αποτελούν μια διεπιστημονική εργασία αφού περιλαμβάνουν ένα σύνολο ερευνητικών εργασιών που συνδυάζει τις ειδικότητες του μηχανικού, του γεωλόγου, του γεωφυσικού του σεισμολόγου κα. Με τις μικροζωνικές μελέτες μπορούμε να λάβουμε χρήσιμα συμπεράσματα και υποστήριξη στη λήψη αποφάσεων σε σχέση με τον αντισεισμικό σχεδιασμό των κατασκευών, τον έλεγχο της ευαλώτητας υφιστάμενων κατασκευών, τον καλύτερο σχεδιασμό των μέτρων κατά τη διάρκεια μας έκτακτης κατάστασης ανάγκης, τον πολεοδομικό και χωροταξικό σχεδιασμό.
Ο ΟΑΣΠ βασιζόμενος σε προηγούμενη εργασία που συντάχθηκε το 1987, από μέλη της επιστημονικής κοινότητας, μετά τους σεισμούς στην Καλαμάτα εξέδωσε (και αναθεωρεί) συγκεκριμένες συστάσεις (μη δεσμευτικού χαρακτήρα οι οποίες βρίσκονται και σε συμφωνία με την Υπουργική Απόφαση μελετών γεωλογικής καταλληλότητας) για την εκπόνηση αυτών των μελετών, ώστε να διασφαλίζεται η επιστημονική αρτιότητα αυτών όσο και η πρακτική χρησιμότητα τους.

Τα προβλήματα που δημιουργούνται είναι ακόμη πολλά για να μιλάμε για τη θετική εξέλιξη ή τα θετικά αποτελέσματα των ανωτέρω πρωτοβουλιών, που αφορούν στην προστασία των υφιστάμενων κατασκευών. Μεγάλες καθυστερήσεις που σημειώνονται στον προσεισμικό έλεγχο και την ενίσχυση των κτιρίων καθώς και σημαντικές ελλείψεις σε πόρους και τεχνογνωσία λειτουργούν ως ανασταλτικοί παράγοντες για την ολοκλήρωση αυτών των προγραμμάτων. Πολλά ερωτήματα εγείρονται ακόμη, σχετικά με τις διαδικασίες εφαρμογής τους (πχ αναλύσεις κόστους-ωφέλειας ή βαθμού ενίσχυσης μιας κατασκευής), ακόμη και για την ίδια την αναγκαιότητα τους, αφού αποδεικνύεται εξαιρετικά δύσκολο όλοι οι ενδιαφερόμενοι να καταλήξουν σε μια κοινή συνισταμένη.  

Πρώτη δημοσίευση: www.fire.gr,  7-2-2014




[1]. Ειδικά γι αυτήν την κατηγορία κινδύνου η (βραχεία) πρόγνωση - για την οποία υπάρχει εκτενής συζήτηση στην βιβλιογραφία -, παραμένει ακόμη ένας από τους στόχους των σεισμολόγων. Συνεπώς, η αντισεισμική θωράκιση της χώρας μας κατευθύνεται κυρίως στην έρευνα του φαινομένου καθώς και σε προληπτικά μέτρα για τη μείωση της ευαλώτητας των κοινωνικών συστημάτων.
,

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Blog Archive

popular